Οι μελισσοκόμοι της Χαλκιδικής είναι γνωστό πως ασκούσαν -και εξακολουθούν βέβαια και σήμερα να ασκούν- τη λεγόμενη αναπαραγωγική μελισσοκομία, την παραγωγή δηλαδή μελισσιών προς πώληση σε άλλους μελισσοκόμους. Την ιστορία του ιδιαίτερου αυτού είδους μελισσοκομίας της περιοχής θα εξετάσουμε εδώ.

Η παραδοσιακή κυψέλη της χερσονήσου της Χαλκιδικής, το γνωστό κοφίνι της, έχει κατά τον Βλαδίμηρο Δερματόπουλο (1954: 65 & 1984: 107) ένα σπουδαίο προτέρημα: το μαζεμένο σχήμα του συντελεί στη συγκέντρωση και διατήρηση της θερμότητας γύρω από τη μελισσόσφαιρα του χειμερινούς μήνες, γι’ αυτό και τα σμήνη μέσα στα κοφίνια αυτά ξεχειμωνιάζουν με τις ευνοϊκότερες συνθήκες και αναπτύσσονται γρήγορα την άνοιξη, στο ανώτατο όριο που επιτρέπει ο περιορισμένος χώρος τους. Για τον λόγο αυτό, συνεχίζει ο Δερματόπουλος, το εν λόγω κοφίνι είναι πολύ κατάλληλο για το είδος της μελισσοκομικής επιχείρησης που καλείται αναπαραγωγική μελισσοκομία. Έτσι η Χαλκιδική προμηθεύει μελίσσια όλη την Ελλάδα.
Δεν θα διαφωνήσουμε φυσικά με τον Δερματόπουλο και τα όσα γράφει για το κοφίνι της Χαλκιδικής. Θα προσθέσουμε ωστόσο, πως από μόνη της η χρήση του συγκεκριμένου κοφινιού δεν είναι ικανή συνθήκη για να οδηγήσει στην αναπαραγωγική άσκηση της μελισσοκομίας και μάλιστα στο βαθμό που αυτή έλαβε χώρα στη Χαλκιδική. 
Απαιτούνται και πολλά ακόμη, με κυριότερο την άριστη μελισσοκομική γνώση επί του αντικειμένου, αλλά και κατάλληλες κατά το μάλλον ή ήττον κλιματολογικές συνθήκες που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια τέτοια δραστηριότητα. 
Οι Θάσιοι μελισσοκόμοι για παράδειγμα, αλλά και οι Σκυριανοί, ήταν εξίσου καλοί -αν όχι καλύτεροι- μελισσοκόμοι με αυτούς της Χαλκιδικής και χρησιμοποιούσαν το ίδιο ακριβώς κοφίνι. Εντούτοις, άλλοι παράγοντες, όπως το άσχημο για ξεχειμώνιασμα κλίμα στη Θάσο, το μικρό μέγεθος της μελισσοκομίας και η γεωγραφική θέση του νησιού για την Σκύρο, απέτρεψαν τους μελισσοκόμους αυτούς από τα να ασχοληθούν με τη μαζική παραγωγή μελισσιών προς πώληση. Οι Χαλκιδικιώτες από την άλλη, κατάφεραν με τις γνώσεις τους να προμηθεύουν την άνοιξη με μελίσσια μελισσοκόμους ακόμη και στις νοτιότερες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Πελοπόννησος ή ακόμη και η Κρήτη (υπάρχουν σχετικά -αν και λίγα- παραδείγματα), παρόλο που οι ίδιοι ξεχειμώνιαζαν τα μελίσσια τους στις αισθητά δυσμενέστερες κλιματολογικές συνθήκες της πατρίδας τους.
Όπως πολλά συνηγορούν, η ενασχόληση των μελισσοκόμων της Χαλκιδικής με την αναπαραγωγική μελισσοκομία φαίνεται πως ξεκίνησε από την ανάγκη των μελισσοκόμων της Θάσου να προμηθευτούν μελίσσια, ανάγκη που προέκυπτε από τον ιδιαίτερα εντατικό τρόπο που ασκούσαν τη μελισσοκομία σε συνάρτηση βέβαια και με το κλίμα του νησιού τους.
Οι Θάσιοι ασκούσαν νομαδική μελισσοκομία το αργότερο από τα μέσα του 19ου αιώνα, με την παλαιότερη σχετική μαρτυρία, αυτή του Γερμανού αρχαιολόγου Alexander Conze (1860: 26-27), να ανάγεται στα 1858. Ωστόσο, κρίνοντας από άλλα στοιχεία, φαίνεται πως στα τέλη του 18ου αιώνα η νομαδική μελισσοκομία ήταν ήδη μια ευρείας εφαρμογής πρακτική στη Θάσο (Μαυροφρύδης, 2015β). Οι Θάσιοι επίσης, ήταν οι μοναδικοί παραδοσιακοί μελισσοκόμοι που γνώριζαν να συνενώνουν τα αδύναμα μελίσσια για να αποφευχθεί η καταστροφή τους. Τη μέθοδο αυτή όμως τη χρησιμοποιούσαν καταχρηστικά, με σκοπό τη μέγιστη δυνατή απολαβή,  κατά τον τρύγο! 
Συγκεκριμένα, συγκέντρωναν με τη χρήση καπνού και χτυπημάτων εξωτερικά, τις μέλισσες δυο – τριών προς τρύγο κοφινιών σε ένα άδειο κοφίνι, φυλακίζοντας τις βασίλισσες σε «μανολόγους», απέκοπταν στη συνέχεια τα τμήματα των κηρηθρών που είχαν μέλι ενώ όσα είχαν γόνο τα προσάρμοζαν σε τρίτο κοφίνι, στο οποίο εισήγαγαν τελικά τις μέλισσες. Με τον τρόπο αυτό και διενεργώντας κατά βάση τρεις τρυγητούς τον χρόνο, κατάφερναν εξαιρετικές αποδόσεις σε προϊόντα (13 με 20 οκάδες ή και ακόμη περισσότερο μέλι από κάθε κυψέλη – αναλόγως βέβαια τη χρονιά, 0,8 οκάδες κερί και 0,4 οκάδες μουντουβίνα, ρακί δηλαδή από το μέλι που έμενε στις κηρήθρες). Τους απέμενε όμως μόνο το ένα τρίτο των αρχικών μελισσιών (Τυπάλδος – Ξυδιάς, 1927: 25).
Έχοντας απομείνει λοιπόν ο Θάσιος παραδοσιακός μελισσοκόμος με μόλις το ένα τρίτο των αρχικών μελισσιών του στο τέλος της χρονιάς, μετέφερε συνήθως τα πλέον αδύναμα μελίσσια του για ξεχειμώνιασμα σε περιοχές της Χαλκιδικής με άφθονη σουσούρα (ρείκι) ιδίως περί τον Σταυρό στον Στρυμονικό Κόλπο (Τυπάλδος – Ξυδιάς, 1927: 33), μια που το ξεχειμώνιασμα στο νησί κάθε άλλο παρά ιδανικό ήταν λόγω κλίματος και φτωχών μελισσοβοσκών (Τοπαλίδης, 1940). Με τη νέα μελισσοκομική χρονιά μπορούσε μεν να διπλασιάσει τα μελίσσια του με τεχνητή σμηνουργία (την οποία φυσικά γνώριζε), του έλειπε όμως άλλο ένα τρίτο για να αναπληρώσει το σύνολο των μελισσιών του. Αυτό το κάλυπτε με αγορά από τους μελισσοκόμους της Χαλκιδικής.
Η αγορά μελισσιών από τη Χαλκιδική φαίνεται πως απέβαινε οικονομικά συμφέρουσα για τους Θάσιους μελισσοκόμους, διότι η τιμή των προϊόντων που μπορούσε να παράγει -με τον ιδιότυπο πάντα τρόπο που ασκούνταν η μελισσοκομία- η κάθε κυψέλη, ήταν πολλαπλάσιας αξίας από την τιμή αγοράς του μελισσιού. Σημειωτέον πως τα μελίσσια αγοράζονταν με τα κοφίνια τους και με τον τρόπο αυτό οι Θάσιοι απαλλάσσονταν από την όλη διαδικασία κατασκευής κοφινιών ή ξεχωριστής αγοράς τους.
Για την αγορά μελισσιών της Χαλκιδικής πραγματοποιούνταν ειδικές για τον σκοπό πανηγύρεις δυο φορές ετησίως, διάρκειας περί το δεκαπενθήμερο, την άνοιξη (Απρίλιο, Μάρτιο με τα παλιό ημερολόγιο) στην Ιερισσό και το καλοκαίρι (Ιούνιο, Ιούλιο) στη Λιμπσάσντα, σημερινή Ολυμπιάδα (Μαυροφρύδης, 2009).
Η παλαιότερη μαρτυρία για τις εν λόγω πανηγύρεις ανάγεται στα 1878 και την αντλούμε από το εν μέρει δημοσιευμένο πόνημα του δασκάλου της Λιαριγκόβης Νικολάου Βουργαρελίδη «Τα Μαδεμοχωριακά μετά των ηθών και εθίμων» (Κύρου, 2000 & 2004). Σύμφωνα με τα γραφόμενά του, «οι Θάσιοι κατά πάντα Ιούνιον αποβιβαζόμενοι αγοράζουσι παρά των κατοίκων των Μαδεμοχωρίων μελίσσια και ούτω επιτελείται επί δεκαπέντε ημέρας πανήγυρίς τις. Το τοιούτον συμβαίνει κατά Μάρτιον και εν Ιερισσώ».
Εννιά χρόνια αργότερα, ο Νικόλαος Σχινάς (1887: 564-565) μας πληροφορεί, στον Γ΄ τόμο των  «Οδοιπορικών Σημειώσεών» του, αναφερόμενος στη «Λιμπσάσδα», πως «κατά τας αρχάς του Ιουλίου, ήτοι μετά τας εορτάς των Αγίων Αποστόλων μεταφέρουσι κατ’ έτος εξ όλων των χωρίων κυψέλας μελισσιών περί τας 6 – 7 χιλιάδας τας οποίας πωλούσι προς τους επί τούτω προσερχομένους κατοίκους της νήσου Θάσου».
Στις πανηγύρεις αυτές συμμετείχαν και πουλούσαν μελίσσια στους Θάσιους κατά βάση οι μελισσοκόμοι των χωριών της βόρειας Χαλκιδικής με κέντρο βέβαια τη Λιαρίγκοβη (σημερινή Αρναία). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η ιδιαίτερη ανάπτυξη που έτυχε η μελισσοκομία στην περιοχή αυτή, ιδίως εάν λάβουμε υπόψη πως στη βόρεια Χαλκιδική τα περισσότερα μέρη είναι σχεδόν ακατάλληλα για μελισσοκομία λόγω της ένδειας σε μελισσοκομικά φυτά. Η ανεπάρκεια της μελισσοκομικής χλωρίδας στο βόρειο τμήμα της Χαλκιδικής υποχρέωνε τους τοπικούς μελισσοκόμους να μετακινούν συνεχώς τα μελίσσια τους προς βοσκή σε διάφορα μέρη (Τυπάλδος – Ξυδιάς, 1927: 9,14) εντός και εκτός Χαλκιδικής, αλλά και για ξεχειμώνιασμα. Οι παραδοσιακοί λοιπόν μελισσοκόμοι της περιφέρειας Λιαριγκόβης είναι άξιοι θαυμασμού διότι κατάφεραν παρά τις αντίξοες συνθήκες του τόπου τους, να αναπτύξουν τη μελισσοκομία περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη Χαλκιδική ίσως και στην Ελλάδα και να διαθέτουν, από τον προπερασμένο ήδη αιώνα, επαγγελματίες (κατά μοναδικό δηλαδή ή κύριο επάγγελμα) μελισσοκόμους.
Σε οθωμανικό φορολογικό τεφτέρι (Temettuat Defteri) του 1845 αναφέρεται πως στη Λιαρίγκοβη κατοικούσαν 195 οικογένειες χριστιανών από τις οποίες οι 71 εκτρέφουν μελίσσια που έφταναν σε αριθμό τα 2.593 (Παπαοικονόμου, 2014). Σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, 85 οικογένειες του χωριού διέθεταν μουλάρια. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μουλαριών πιθανώς σχετίζεται (και) με τις μεταφορές μελισσιών, οι οποίες ως γνωστόν (Μαυροφρύδης, 2015α) διενεργούνταν από τους Λιαριγκοβινούς με μουλάρια.
Όπως συνάγεται από φόρο που προσπάθησαν να επιβάλλουν οι αρχές στις μεταφορές των μελισσιών (ένα γρόσι ανά κυψέλη!) το 1876  και των αντιδράσεων εξαιτίας αυτού του γεγονότος (Ανώνυμος, 1876), την περίοδο αυτή ασκούνταν από τους μελισσοκόμους της περιφέρειας Λιαρίγκοβης εντατικά η νομαδική μελισσοκομία. Στοιχεία για νομαδική άσκηση μελισσοκομίας στη νότιο Χαλκιδική στα 1830 παραθέτει και ο περιηγητής David Urquhard (1839, ΙΙ: 125), οι μεταφορές όμως μελισσιών στην ευρύτερη περιοχή είναι μάλλον παλαιότερη πρακτική.
Κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, όπως προκύπτει από τα μαθητολόγια της Λιαρίγκοβης (στα οποία αναγραφόταν και το επάγγελμα του πατέρα) οι μελισσοκόμοι αποτελούσαν πολυπληθή ομάδα ανάμεσα στους επαγγελματίες του χωριού (Κύρου, 2000).  Στον εκλογικό κατάλογο του 1914 οι μελισσοτρόφοι, μελισσουργοί ή μελισσοκόμοι (όπως αναφέρονται εκεί), ενενήντα εφτά τον αριθμό, αποτελούν την πολυπληθέστερη επαγγελματική ομάδα της Λιαρίγκοβης, (Γραμμένος, 2009), κατάσταση που διατηρείται και στον εκλογικό κατάλογο του 1927, όπου οι μελισσοκόμοι είναι ογδόντα ένας (Ανώνυμος, 1927).
Πότε ξεκίνησαν οι Λιαριγκοβινοί την αναπαραγωγική μελισσοκομία δεν είναι σαφές, σε κάθε περίπτωση ωστόσο τη δεκαετία του 1870 αυτή ήταν μια εδραιωμένη πρακτική. Ο Βουργαρελίδης και ο Σχινάς, αναφέρονται στις πανηγύρεις ως μια μόνιμη και ετήσια δραστηριότητα. Δεν γράφουν φερ’ ειπείν πως πραγματοποιούνται εδώ και τόσα χρόνια ή εδώ και λίγα χρόνια. Δικαιούμαστε λοιπόν να υποθέσουμε πως η πρακτική αυτή είναι αρκετά παλαιότερη. Στο ερώτημα πόσο παλαιότερη, ελλείψει στοιχείων, δεν είμαστε σε θέση να απαντήσουμε. Η ύπαρξη ωστόσο μεγάλου αριθμού μελισσοκόμων στη Λιαρίγκοβη προς τα μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και τα στοιχεία  που μαρτυρούν μεγάλη ανάπτυξη της μελισσοκομίας της Θάσου στα τέλη του 18ου αιώνα (Μαυροφρύδης, 2015β), είναι αρκετά ισχυρές ενδείξεις πως η αναπαραγωγική μελισσοκομία στη Χαλκιδική εφαρμοζόταν από τα τέλη ίσως του 18ου αιώνα, πιθανόν δε και λίγο νωρίτερα.
Σε άρθρο της εφημερίδας Φάρος της Θεσσαλονίκης, της 30ης Ιουλίου του 1888, το οποίο εντόπισε και αναδημοσίευσε εν μέρει ο ερευνητής – ιστορικός από την Αρναία Δημήτρης Κύρου (2003), αναφέρεται πως: «Η κατ’ έτος κατά τον Άγιον Απόστολον τελουμένη πανήγυρις εν Ολυμπιάδι, καθ’ ην περί τα 25 πλοία Θασίων καταπλέοντα εκεί ηγόραζον μελίσσια, εφέτος εναυάγησεν. Αν δε είπω εις υμάς ότι εκ της πανηγύρεως ταύτης μόνον εις Λιαρίγκοβην εισήρχοντο υπέρ τας 1.500 λίρας –αφήνομεν τα άλλα χωρία– σκεφθείτε οποία εκ της μη τελέσεως της πανηγύρεως προελθούσα εις την επαρχίαν ταύτην ζημία. Βεβαιούται ενταύθα ότι οι Θάσιοι μετέβησαν εις Καβάλαν και ιδίως εις Άγιον Όρος και ηγόρασαν μελίσσια κληθέντες παρά των καλογήρων». Ο αρθογράφος, ο οποίος υπογράφει με τα αρχικά Ξ. Δ. και είναι ανταποκριτής της εφημερίδας από τη Λιαρίγκοβη, κατηγορεί στη συνέχεια τους Αγιορείτες μοναχούς ότι με τα να πουλήσουν στους Θάσιους μελίσσια πήραν το ψωμί από τα χέρια των Χαλκιδιωτών.
Η αναφορά είναι ενδιαφέρουσα και χρήζει προσοχής. 
Κατά πρώτον η μνεία σε αγορά μελισσιών από την Καβάλα δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εκτός κι αν αφορά σε μικρό αριθμό μελισσιών. Η Καβάλα πουθενά αλλού δεν αναφέρεται ως περιοχή που παρήγαγε μελίσσια προς πώληση, ούτε πως διέθετε την εποχή εκείνη ανεπτυγμένη μελισσοκομία. Στα παράλια του νομού δραστηριοποιούνταν οι ίδιοι οι Θάσιοι, μεταφέροντας τα μελίσσια τους για βοσκή ή –περί τον Στρυμονικό Κόλπο- για ξεχειμώνιασμα. Κατά δεύτερον, φαίνεται πως οι Θάσιοι δεν τα βρήκαν στην τιμή με τους μελισσοκόμους της βόρειας Χαλκιδικής για την αγοροπωλησία των μελισσιών και «κληθέντες» από τους μοναχούς, αγόρασαν φθηνότερα μελίσσια από εκεί.
Η αγορά μελισσιών του Αγίου Όρους από Θάσιους απαντά και σε μεταγενέστερες μαρτυρίες, των αρχών του 20ου αιώνα. Ωστόσο δεν χωρά αμφιβολία πως η κύρια πηγή αγοράς μελισσιών των Θασίων ήταν πάντοτε οι μελισσοκόμοι της βόρειας Χαλκιδικής. Οι μελισσοκόμοι αυτοί, επειδή μετέφεραν τα μελίσσια τους αποκλειστικά με μουλάρια, χρησιμοποιούσαν τη μικρότερη και ελαφρύτερη εκδοχή του κοφινιού της Χαλκιδικής, κατασκευασμένου από σχίζες καλαμιού για υφάδι, συνολικού όγκου περί τα 22 λίτρα (ενδεικτικές διαστάσεις: 40 εκ. ύψος, 25 εκ. διάμετρος κορυφής, 28 εκ. διάμετρος βάσης) και βάρους περί τις 3 οκάδες. Οι Θάσιοι χρησιμοποιούσαν κι αυτοί στη μεγάλη τους πλειονότητα το μικρό κοφίνι (Τυπάλδος –Ξυδιάς, 1927: 33), γεγονός που μαρτυρεί με τη σειρά του την προέλευση των μελισσιών από τα βόρεια της Χαλκιδικής, εφόσον, όπως είδαμε, οι Θάσιοι δεν κατασκεύαζαν οι ίδιοι τα κοφίνια, αλλά τα αγόραζαν μαζί με τα μελίσσια. Τα μεγάλα κοφίνια (από βέργες λυγαριάς για υφάδι, με χωρητικότητα στα 40 λίτρα,  ύψος 50 εκ., διάμετρο κορυφής 30 και βάσης 35 εκ., βάρους 5 οκάδων) τα οποία στη Θάσο, διόλου τυχαία, καλούνταν αγιορείτικα, απαντούσαν μεν στο νησί, αποτελούσαν όμως ένα πολύ μικρό τμήμα του συνόλου των κοφινιών.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο θα πρέπει να σταθούμε, είναι η σημασία που δίνεται από τον Λιαριγκοβινό ανταποκριτή της εφημερίδας της Θεσσαλονίκης στα έσοδα που απέφεραν οι πωλήσεις των μελισσιών στους Θάσιους, αναφέροντας πως μόνο στη Λιαρίγκοβη εισέρχονταν πάνω από 1.500 λίρες κι αυτό από τη μία μόνο πανήγυρη! Η ζημία λοιπόν για τους τοπικούς μελισσοκόμους το 1888 από τη ματαίωση της δεύτερης πανηγύρεως της χρονιάς ήταν τεράστια και γι’ αυτό ο αρθρογράφος καταφέρεται τόσο έντονα κατά των Αγιορειτών μοναχών.
Φαίνεται πως οι μελισσοκόμοι των βορείων της Χαλκιδικής βασίζονταν πολύ στις πωλήσεις των μελισσιών στους Θάσιους συναδέλφους τους, αποκομίζοντας από αυτές ένα σταθερό σε γενικές γραμμές εισόδημα. Τα έσοδα μάλιστα από την πώληση των μελισσιών πλησίασαν τα αντίστοιχα από την πώληση των προϊόντων (μέλι, κερί και μουντουβίνα τότε) που παράγονταν σημειωτέον με συνεχείς μεταφορές των μελισσιών και ως εκ τούτου υπήρχαν πολλά έξοδα.
Με τις γνώσεις τους οι εν λόγω μελισσοκόμοι κατάφερναν να εξαπλασιάζουν τα μελίσσια τους και υπό ευνοϊκές συνθήκες ακόμη και να τα οκταπλασιάζουν(!), αν και το δεύτερο συνέβαινε σε σπάνιες μόνο περιπτώσεις (Εικόνες 1 & 2). Στην πρώτη πανήγυρη τα μελίσσια ήταν ακριβότερα, διότι ως τα μέσα ή τέλη του καλοκαιριού μεσολαβούσε αρκετό διάστημα και μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν με τεχνητή σμηνουργία αμέσως μετά την αγορά και να αποδώσουν αργότερα αρκετό μέλι. Στη δεύτερη ωστόσο, λόγω του προχωρημένου της εποχής, οι αγοραστές ήταν υποχρεωμένοι να περιοριστούν μόνο στη συγκομιδή του μελιού και τα μελίσσια πουλιούνταν φθηνότερα.

Η αναπαραγωγική μελισσοκομία της Χαλκιδικής 1. Γ Μαυροφρύδης

Η αναπαραγωγική μελισσοκομία της Χαλκιδικής 2. Γ Μαυροφρύδης
Η ζήτηση των μελισσιών ιδίως κατά τη δεύτερη πανήγυρη εξαρτιόταν συχνά από τις καιρικές συνθήκες. Όταν προηγούνταν του χρόνου της πανηγύρεως βροχές και θεωρούνταν εξασφαλισμένη περίπου η αφθονία των μελιτωδών εκκρίσεων του «εργάτη» των πεύκων, οι αγοραστές ήταν πολυάριθμοι. Αντιθέτως, όταν προηγούνταν ξηρασία, οι αγοραστές ήταν λιγότεροι διότι προβλεπόταν κακή χρονιά.
Στις πανηγύρεις πωλούνταν συνολικά περί τα 10.000 μελίσσια. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας (αρχές 20ου αιώνα) η τιμή των μελισσιών ανερχόταν στα 15 γρόσια, ήτοι 3 χρυσές δραχμές εποχής. Το 1913 όμως, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Χαλκδικής, η τιμή εκτοξεύθηκε στα 35 γρόσια λόγω της αυξημένης ζήτησης που προέκυψε από την Παλαιά Ελλάδα. Το 1923 τα μελίσσια στην πανήγυρη της Ιερισσού πωλούνταν προς 150 – 200 δραχμές έκαστο, ενώ σε αυτήν της Λιμπσάσντας προς 75 – 100 δραχμές έκαστο (Τυπάλδος –Ξυδιάς, 1927: 9, 29-30).  Οι τιμές των προϊόντων την ίδια περίοδο ήταν 11 δραχμές η οκά το μέλι (τα μελίσσια της βόρειας Χαλκιδικής παρήγαγαν συνήθως περί τις 7 οκάδες μέλι έκαστο), 60 δραχμές το κερί και 20 δραχμές η μουντουβίνα.
Μετά την απελευθέρωση της Χαλκιδικής άρχισαν να επισκέπτονται τις πανηγύρεις και μελισσοκόμοι από την Στερεά Ελλάδα και κυρίως την Εύβοια, αυξάνοντας λόγω ζήτησης τις τιμές των μελισσιών. Πολλοί ήταν οι μελισσοκόμοι, ιδίως από το βορειοανατολικό τμήμα της Εύβοιας που μετέβαιναν στη Χαλκιδική για αγορά μελισσιών. Από τα Χάλια, χωριό της Στερεάς απέναντι από τη Χαλκίδα (σημερινή Δροσιά Δήμου Ανθηδόνας), επίσης αγόραζαν μελίσσια από τις πανηγύρεις Ιερισσού και Λιμπσάσντας, υπάρχουν μάλιστα αναφορές για συγκεκριμένες αγορές το 1923 και το 1933 (Τυπάλδος –Ξυδιάς, 1975). Σύμφωνα με στοιχεία του 1923 οι επί δεκαετία αγορές μελισσιών από τη Χαλκιδική είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση και περαιτέρω διάδοση της μελισσοκομίας στις αναφερθείσες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας (Τυπάλδος –Ξυδιάς, 1927: 39).
Όσο και αν ψάξαμε στη σχετική μελισσοκομική βιβλιογραφία δεν εντοπίσαμε πουθενά στον κόσμο αναφορά για άσκηση αναπαραγωγικής μελισσοκομίας κατά τον 19ο αιώνα. Υπάρχουν βέβαια πληροφορίες για μεταφορές μελισσιών από την Ευρώπη στον Νέο Κόσμο (Αμερική, Ωκεανία) όπου δεν υπήρχε η δυτική λεγόμενη μέλισσα (Apis meliffera) με σκοπό την έναρξη άσκησης μελισσοκομίας, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα. Φαίνεται λοιπόν, πως για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά η αναπαραγωγική μελισσοκομία με παραδοσιακές σημειωτέον κυψέλες και σε μαζική κλίμακα (αγοροπωλησία περί των δέκα χιλιάδων μελισσιών ετησίως) έκανε την εμφάνισή της στα χωριά της βόρειας Χαλκιδικής, πιθανώς στα τέλη του 18ου και επιβεβαιωμένα από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα. Το είδος αυτό της μελισσοκομίας προέκυψε από την ιδιότυπη αλλά επίσης επαγγελματική άσκηση της μελισσοκομίας των γειτόνων Θασίων, για λόγους φυσικά αμοιβαίου οφέλους. Στην πορεία οι Χαλκιδικιώτες, ειδικοί πλέον της αναπαραγωγικής μελισσοκομίας, ξεκίνησαν να πωλούν και σε μελισσοκόμους από άλλα μέρη της Ελλάδας, πρακτική που έφτασε ως τις μέρες μας.
 ΜελισσοκομίαΓιώργος Μαυροφρύδης

Αρχαιολόγος, Μελισσοκόμος
mavrofridis@gmail.com

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ανώνυμος, 1876. Επιστέλλουσιν ημιν εκ Λιαριγκόβης. ΄Εφημερίδα Ερμής, τεύχος 77, 20 Φεβρουαρίου [αλιευμένο από http://agios-prodromos.blogspot.com, 24/5/2009].
Ανώνυμος, 1927. Εκλογικός Κατάλογος της κοινότητος Λιαριγκόβης.
Conze, A. 1860. Reise auf den Inseln des Thrakischen Meers. Hannover (Carl Rümper).
Γραμμένος Α. 2009. Οι πρώτοι εκλογικοί κατάλογοι της Αρναίας. Αρναία, ΚΒ΄(82): 3-17.
Δερματόπουλος, Β. 1954. Η πρακτική μελισσοκομία. Αθήναι (Σπύρου).
Δερματόπουλος, Β. 1984. Η σύγχρονη πρακτική μελισσοκομία. Αθήνα (Σπύρου, 4η  έκδ. – 1η το 1955).
Κύρου, Δ. 2000. Η μελισσοκομία στην οικονομία και τον καθημερινό βίο της Αρναίας σε παλαιότερες εποχές. ΣΤ΄ Τριήμερο Εργασίας «Η μέλισσα και τα προϊόντα της», Νικήτη 12-15 Σεπτ. 1996, Αθήνα (Π.Τ.Ι.ΕΤΒΑ), σ. 371-389.
Κύρου, Δ. 2003. Πληροφορίες για τις σχέσεις της Θάσου με τη Χαλκιδική και το Άγιον Όρος κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ου αιώνα. Δ΄ Συμπόσιο Θασιακών Μελετών. Θασιακά, 12: 401-422.
Μαυροφρύδης, Γ. 2009. Οι μελισσοκομικές πανηγύρεις της Χαλκιδικής. Μελισσοκομική Επιθεώρηση, 23 (6): 396-399.
Μαυροφρύδης, Γ. 2015α. Η νομαδική μελισσοκομία πριν την έλευση της σύγχρονης κυψέλης. Μελισσοκομική Επιθεώρηση, 29(241): 176-179.
Μαυροφρύδης, Γ. 2015β. Η παραδοσιακή μελισσοκομία στο νησί της Θάσου. 7ο  Συμπόσιο Θασιακών Μελετών. Θάσος, 2-5 Οκτ. 2015 (υπό έκδοση).
Παπαοικονόμου Ν. 2014. Ένα οθωμανικό φορολογικό τεφτέρι του 1845 από τη Λιαρίγκοβη. Αρναία, ΚΖ΄(105): 11-12.
Σχινάς, Ν. 1887. Οδοιπορικαί Σημειώσεις. Μακεδονίας Τεύχος Γ΄. Εν Αθήναις (Messager d’ Athenes).
Τοπαλίδης, Ν. 1940. Οι μελισσοτροφικές συνθήκες της νήσου Θάσου. Θρακική Μελισσοκομία, Β (19-20): 159-162.
Τυπάλδος-Ξυδιάς, Α. 1927. Η νομαδική μελισσοκομία εν Ελλάδι. Παράρτημα Γεωπονικού Δελτίου. Αθήναι.
Τυπάλδος-Ξυδιάς, Α. 1975. Η κατάστασις της μελισσοκομίας μας και τα προβλήματά της. Μελισσοκομική Ελλάς, 25(299): 303-306.



Source link