Ας ήταν να μπορούσε, όπως και συ

να μάση από λουλούδι σε λουλούδι

τα λόγια –σαν το νέκταρ- κι η ψυχή

για να σου πλέξη το τραγούδι

Σαν ποια μεγάλη αξία της ζωής

και ποια ευλογία του θεού να σ΄ αντικρύσω;

που να σε βάλη ο νους μου να σταθής

και ποιο χρυσό θρονί για να σε στήσω;

Αχτίδα λέω πως είσαι εδώ στη γη

απ΄ του ήλιου το μάλαμα κομμένη

και φτερουγάς στο φως χρυσή ψυχή

μικρουλικη και τρισευλογημένη.

Σε περιμένουν τα λουλούδια -σαν καρδιά

ολάνοιχτη- α σε φιλοδωρήσουν.

Σε περιμένουν τ΄ ανοιξιάτικα κλαδιά

να δέσουν τους ανθούς και να καρπίσουν.

Ακούραστη γιομάτη προκοπή

συνάζεις τη σοδειά σου στην κυψέλη

μακάρι και των έργων μου οι καρποί

σαν το δικό σου νάηταν μέλι.

Και το κερί 
ετοιμάζεις –άγιο φως-

ν΄ ανάψη σ΄ εκκλησίες λειτουργημένο.

Μακάρι ο κάθε πόθος μου ο κρυφός

νάταν κερί, σε κόνισμα αναμμένο.

Μα η πλάση είναι φιλάργυρη πολύ.

Της ομορφιάς είν΄ άφταστα τα μύρα.

Και το γλυκό της –μέλι- το φιλί

μόνο με σένα μας στέλνει η μοίρα.

Ποίημα της ποιήτριας κ. Χρυσάνθης Ζιτσαίας (φιλολογικό
ψευδώνυμο της Χρυσάνθης Λάμπρου Οικονομίδου). Γεννήθηκε στο Πρίντεζι της
Ιταλίας το 1902, μεγάλωσε όμως στο χωριό των γονιών της, τη Ζίτσα.



Source link