Στις μέρες μας δεν είναι λίγοι εκείνοι που ασκούν μελισσοκομία στις παρυφές των πόλεων και ακόμη, με μικρό ως επί το πλείστον αριθμό μελισσιών, εντός του οικιστικού ιστού, συνήθως κοντά σε πάρκα ή περιοχές όπου τα σπίτια διαθέτουν κήπους. Δεν λείπουν ωστόσο και οι περιπτώσεις όπου η μελισσοκομία ασκείται ακόμη και σε μεγαλουπόλεις με ιδιαίτερα πυκνή δόμηση (όπως φερ’ ειπείν ο Πειραιάς, η Δάφνη, το Κερατσίνι ή το Νέο Φάληρο για να μιλήσουμε με όρους του μεγάλου μας κέντρου). Το φαινόμενο δεν είναι βέβαια μόνο ελληνικό αλλά παρατηρείται σε πολλές χώρες του αναπτυγμένου κόσμου.


Στη Νέα Υόρκη για παράδειγμα, υπάρχουν αρκετοί που διατηρούν μελίσσια στις ταράτσες των πολυκατοικιών τα οποία εκμεταλλεύονται τις ανθοφορίες στο Central Park. Μάλιστα έως σχετικά πρόσφατα δεν θεωρούνταν νόμιμο να ασκεί κανείς μελισσοκομία σε ένα τέτοιο περιβάλλον μέχρι που οι αρχές την επέτρεψαν επισήμως το 2010  και οι ταράτσες σε πολυκατοικίες και ουρανοξύστες άρχισαν να γεμίζουν με κυψέλες. Ακόμη και ξενοδοχεία, όπως το Waldorf Astoria Hotel στον 20° του όροφο, έχουν τοποθετήσει μελίσσια (ΕΙΚ. 1 & 2). Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση στον τρύγο συμμετέχει και ο διευθυντής επί της μαγειρικής του ξενοδοχείου.

Εικονα 1 & 2
Το μέλι χρησιμοποιείται στη συνέχεια σε διάφορα πιάτα των τριών εστιατορίων του εν λόγω ξενοδοχείου. Η άσκηση όμως μελισσοκομίας εντός της μεγαλούπολης κρύβει ορισμένες φορές και εκπλήξεις.Έτσι, το 2010 έκανε την εμφάνισή του σε κυψέλες του Brooklyn ένα ιδιαίτερα έντονου κόκκινου χρώματος μέλι, μέχρι που αποδείχθηκε πως η μέλισσες επισκέπτονταν κοντινό εργοστάσιο παρασκευής λικέρ Βύσσινου. Το 2013 εμφανίστηκε ένα μέλι γαλάζιου χρώματος και αγνώστου προελεύσεως.

Στο Τορόντο όπως και στο Παρίσι οι τοπικές όπερες έχουν στην οροφή τους μελίσσια, το μέλι των οποίων συσκευάζεται (σε μικρές συσκευασίες) και πωλείται (σε υψηλές τιμές). Στη γαλλική πρωτεύουσα, πέραν της όπερας, στην οροφή τπς οποίας τοποθετήθηκαν κυψέλες εδώ και 20 περίπου χρόνια, μελίσσια υπάρχουν πλέον σε αρκετά γνωστά κτήρια (όπως στον καθεδρικό τπς Notre Dame de Paris και στο Grand Palais) καθώς και σε ξενοδοχεία (Madarin Oriental, Eiffel Park Hotel). 

Σύμφωνα μάλιστα με την άποψη του Guillaume Chariot, της Εταιρείας L’Abeille de Grand Paris (Η Μέλισσα του Μεγάλου Παρισιού) ένα μελίσσι εντός της πόλεως του Παρισιού παράγει περί τα 50 κιλά μέλι (!) σε μια μέτρια χρονιά και έως 80 κιλά (!!) σε μια καλή, ενώ ένας μελισσοκόμος της γαλλικής επαρχίας είναι ευτυχισμένος όταν π παραγωγή του ανέρχεται σε 30 κιλά ανά κυψέλη.
 Οι εξαιρετικές αποδόσεις στο κέντρο του Παρισιού επιβεβαιώνονται και από τον «μελισσοκόμο της όπερας» του Παρισού, Jean Pauctor (ΕΙΚ. 3), ο οποίος σε συνέντευξη που έδωσε πριν λίγα χρόνια στον Αλέξανδρο Παπαχριστοφόρου (2007), η οποία δημοσιεύθηκε στο ανά χείρας περιοδικό, κάνει λόγο ακόμη και για 100 κιλά ανά μελίσσι ετησίως Κατά τον Chariot, αναλύσεις γύρης φέρονται να εντόπισαν 250 διαφορετικά είδη στε μέλι της πόλης του Παρισιού, ενώ στα μέλια της γαλλικής επαρχίας τα διαφορετικά είδη είναι συνήθως 15 με 20 (Schofield, 2010).

Παρόμοια αστική άσκηση μελισσοκομίας λαμβάνει χώρα και στο Λονδίνο, σε πολλά μάλιστα σημεία, στο Σικάγο, τελευταία και στο Βερολίνο, καθώς και σε αρκετές ακόμη πόλεις και μεγαλουπόλεις (το διαδίκτυο βρίθει από σχετικές πληροφορίες και φωτογραφίες) με την τάση να δείχνει έντονα αυξητική.

Η αστική μελισσοκομία ωστόσο, δεν είναι ένα νέο φαινόμενο ή σημείο των καιρών, όπως ίσως θα νόμιζε κάποιος, αλλά γνωστή πρακτική εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Μπορούμε να δούμε τα σχετικά παραδείγματα από την αρχαιότητα.


Στο Tel Rehov του Ισραήλ, κατά τις ανασκαφές που διενεργεί εκεί το Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ υπό τον καθηγητή Amihai Mazar, έχει έρθει στο φως ένα ολόκληρο μελισσοκομείο χρονολογούμενο μεταξύ του δεύτερου μισού του 10ου και των αρχών του 9ου π.Χ. αιώνα. Το μελισσοκομείο υπολογίζεται πως διέθετε το ελάχιστο 75 και πιθανόν ακόμη και 200 οριζόντιες δίστομες κυλινδρικές κυψέλες (ΕΙΚ. 4), κατασκευασμένες από ξεραμένη στον ήλιο λάσπη και τοποθετημένες σε τρεις παράλληλες μεταξύ τους σειρές, με κάθε σειρά να διαθέτει τρεις το λιγότερο αράδες κυψελών.
Το ενδιαφέρον είναι πως το εν λόγω μελισσοκομείο βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού του Tel Rehov (ΕΙΚ. 5), γεγονός που προβλημάτισε τους αρχαιολόγους, οι οποίοι κατέληξαν τελικά στο συμπέρασμα πως μόνο μια ισχυρή κεντρική εξουσία θα μπορούσε να ιδρύσει και διευθύνει ένα μεγάλο καλά σχεδιασμένο μελισσοκομείο στο κέντρο μιας πυκνά κατοικημένπς πόλης. 
Προσπαθώντας οι ανασκαφείς να εξηγήσουν πώς θα μπορούσε να ασκηθεί μελισσοκομία στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, έψαξαν για σχετικά παραδείγματα τα οποία και τελικά βρήκαν στα παραδοσιακά αραβικά χωριά της περιοχής, όπως και σε χωριά στην Αίγυπτο και γενικότερα στην Αφρική, όπου συχνά τα μελισσοκομεία βρίσκονται εντός των οικισμών. Ορθά όλα αυτά, πιστεύουμε όμως πως είναι λίγο διαφορετική η περίπτωση ενός χωριού με το κέντρο μιας πολύβουης πόλης.

Παρόμοιες περιπτώσεις με αυτή του Tel Rehov ωστόσο υπάρχουν και μάλιστα ανάγονται στην αρχαιότητα. Η σημαντικότερη μάλιστα αφορά στην Αθήνα και κοινοποιήθηκε από την αμερικανίδα αρχαιολόγο Susan Rotroff (2002). Διαπιστώνοντας η εν λόγω ερευνήτρια την ύπαρξη ενός εξαιρετικά μεγάλου αριθμού κυψελών που ανακαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές στο κέντρο της Αθήνας, Βάσιμα υποθέτει πως η μελισσοκομία ήταν κοινή πρακτική εντός της πόλης. 

Οι παλαιότερες κυψέλες που ανακαλύφθηκαν, στον χώρο της αρχαίας Αγοράς, χρονολογούνται στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα, γεγονός που οδηγεί την Rotroff στη σκέψη πως η έναρξη της εκμετάλλευσης των μελισσιών εντός των Αθηνών ξεκίνησε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν ο πληθυσμός της υπαίθρου αναγκάστηκε να καταφύγει πίσω από τα τείχη.Όταν διαπιστώθηκε ότι η μελισσοκομία μέσα στην πόλη ήταν εφικτή, η άσκησή της συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του πολέμου.
Τίθεται όμως τώρα ένα άλλο ερώτημα. Που ήταν τοποθετημένες όλες αυτές οι κυψέλες; Η Rotroff πιστεύει πως οι κυψέλες βρίσκονταν στις αυλές, χτιστές στους τοίχους των σπιτιών ή «αναρτημένες από το γείσο της στέγης όπως συμβαίνει σε άλλα σημεία του κόσμου σήμερα». Η πρώτη πρόταση για τοποθέτηση στις αυλές φαντάζει λογική, ενώ η τοποθέτηση στους τοίχουςτων σπιτιών, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί (υπάρχουν άλλωστε σχετικά παραδείγματα από την παραδοσιακή μελισσοκομία της Κύπρου Μπίκος, 2013) νομίζουμε πως δεν είναι ιδιαίτερα πιθανό να συνέβαινε, τουλάχιστον σε μεγάλη κλίμακα. Για τοποθέτηση των κυψελών θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν Βέβαια και οι τοίχοι των αυλών ή και τοίχοι κατασκευασμένοι ειδικά για να χρησιμοποιηθούν ως μελισσοκομεία

όπως συνέβαινε στην κυπριακή παραδοσιακή μελισσοκομία (Μαυροφρύδης, 2009) και όπως θεωρεί ο J. Ε. Jones (1976) στην αναπαράσταση που σχεδίασε για το αρχαίο μελισσοκομείο της Βάρης.
Η τρίτη ωστόσο πρόταση της Rotroff για ανάρτηση των κυψελών από το γείσο των σπιτιών δεν μας βρίσκει καθόλου σύμφωνους. Παρόμοια τοποθέτηση κυψελών δεν έχει καταγραφεί ποτέ και πουθενά για τη δυτική λεγάμενη μέλισσα (Apis melliferdi παρά μόνο για άλλα ήδη μελισσών όπως οι μέλισσες της Λατινικής Αμερικής και αυτές του είδους Apis ceranaxης Άπω Ανατολής. Ιδιαίτερα όσον αφορά στις οριζόντιες πήλινες κυψέλες, τις οποίες έχει κατά vou π Rotroff, μπορεί να φανταστεί κάποιος τι θα γινόταν με τις μεγάλες και εύθραυστες αυτές κυψέλες σε περίπτωση πτώσης τους στο έδαφος δίπλα στο σπίτι (συνεπεία ατυχήματος, ανέμου, κ.α.).

Κατά την άποψή μας, υπήρχε και άλλη δυνατότητα τοποθέτησης των κυψελών στο αστικό περιβάλλον των Αθηνών, νομίζουμε περισσότερο λογική. Αυτή δεν είναι άλλη από την τοποθέτηση στις επίπεδες οροφές των σπιτιώντης εποχής, όπως περίπου δηλαδή συμβαίνει στις μέρες μας στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Παρόμοια τοποθέτηση μελισσιών δεν είναι άγνωστη στην παραδοσιακή μελισσοκομία. Στην Κύπρο για παράδειγμα, και για πήλινες οριζόντιες κυψέλες, όπως αυτές των αρχαίων αλλά δίστομες, εφαρμοζόταν τουλάχιστον έως τα τέλη του 19ου αιώνα (Benton, 1882). Απαντούσε επίσης, ως σχετικά πρόσφατα, στη νήσο Ίμπιζα των Βαλεαριδών και στα χωριά της φυλής Aures, στην Αλγερία.  


Εκτός όμως από τα εθνογραφικά παράλληλα, ανάλογη περίπτωση τοποθέτησης μελισσιών στις οροφέςτων σπιτιών έχει καταγράφει και κατά την αρχαιότητα. Από αρχαιολογικές έρευνες σε οικισμό στην περιοχή τηςValencia, στην Ισπανία, τεκμαίρεται πως στην προρωμαϊκή Ιβηρία, από τον 3° π,Χ. αιώνα, οι κάτοικοι τοποθετούσαν τις κυψέλεςτους στις στέγεςτων οικιών τους (Bonet & Mata, 1997). Οι κυψέλες αυτές ήταν πήλινες, οριζόντιες, σε αντίθεση όμως με αυτές των Αθηνών, δίστομες.
Στην Αίγυπτο μια αναφορά σε ελληνικό πάπυρο του 6ου 7ου μ,Χ. αιώνα, που σχετίζεται με μισθωτήριο συμβόλαιο, εμφανίζει έναν μελισσοκόμο να έχει νοικιάσει μια «εξέδρα» (λέξη που την εποχή εκείνη σήμαινε ταράτσα, βεράντα ή εξώστη) στην Ηρακλεόπολη που έβλεπε προς τον Νότο (ChouliaraRaios, 1989:100101). Λόγω της ενοικίασης από μελισσοκόμο και του νότιου προσανατολισμού, πιθανολογείται, ορθά κατά τη γνώμη μας, πως ο ενοικιαστής σκόπευε να εγκαταστήσει εκεί τα μελίσσια του.

Στον οικισμό Ράχη τπς Ισθμιας, η ίδρυση του οποίου χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 4ου πΧ. αιώνα, φαίνεται πως έχουμε άλλη μια περίπτωση μελισσοκομίας που ασκούνταν εντός κατοικημένης περιοχής. Πλήθος κυψελών βρέθηκαν ανάμεσα στα χαλάσματα των σπιτιών της Ράχης και πιθανώς αυτές ήταν τοποθετημένες στις οροφές ή ίσως στις αυλές τους. Πιστεύεται, πως η άσκηση της μελισσοκομίας εντός του οικοδομικού ιστού ξεκίνησε σε μια μεταγενέστερη φάση από την ίδρυση του οικισμού, όταν κάτοικοι από τη γύρω περιοχή εγκαταστάθηκαν σε αυτόν για λόγους ασφαλείας.


Στην ίδια περιοχή, στο φρούριο Εξαμιλίου, βρέθηκε ένας μεγάλος αριθμός κυψελών και υπάρχει η άποψη πως οι 1.700 περίπου στρατιώτες που υπολογίζεται πως διαβιούσαν εκεί, διατηρούσαν κατοικίδια ζώα και ασκούσαν μελισσοκομία. Πέραν όμως της ανάγκης κάλυψης πρακτικών αναγκών, μια νέα ερμηνευτική προσέγγιση της ύπαρξης κυψελών εντός του φρουρίου, προτείνει, η άσκηση της μελισσοκομίας εκεί να σχετίζεται και με στρατιωτικούς σκοπούς (Γερμανίδου, 2011:168).Όταν δηλαδή το απαιτούσε η ανάγκη, τα μελίσσια, που έωςτότε έδιναν τα προϊόντα τους στους στρατιώτες, μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα εκτοξευόμενα εναντίον του εχθρού που θα προέβαινε σε επίθεση.

Στη Θήβα του 7ου 9ου μ,Χ. αιώνα τέλος, διαφαίνεται πως η μελισσοκομία επίσης ελάμβανε χώρα εντός του κατοικημένου άστεως. Η αστική μελισσοκομία λοιπόν δεν είναι κάποιο «φρούτο» της εποχής μας, αλλά πανάρχαια πρακτική που εφαρμόστηκε σε αρκετές περιπτώσεις για μια σειρά από λόγους, όπως η ασφάλεια ανθρώπων και μελισσιών, ο έλεγχος της παραγωγής των μελισσοκομιών προϊόντων, η προστασία των μελισσών από κλοπές και πιθανώς η ενίσχυση της άμυνας σε περιπτώσεις πολιορκίας.

Πηγή Περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση



Source link