Ήταν κάποτε μια μάνα που είχε τρεις κόρες κι ένα γιο. Χήρα έμεινε από νωρίς κι έτσι η καημένη ανάθρεψε τα παιδιά της μοναχή της. Σαν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί η πρώτη της κόρη, τη ζήτησε ένα παλικάρι καλοφτιαγμένο και καλόκαρδο, μα ήταν το χωριό του μακριά, ίσαμε δυο μέρες δρόμο με το γαϊδαράκο, εκείνη την εποχή, που η μάνα η καψερή τρόμαξε!

-Πώς θα έρχεσαι, κόρη μου, να με βλέπεις όταν σε χρειάζομαι; 
-Θα έρχομαι, μάνα, στέλνε εσύ να με φωνάζουν κι εγώ θα παρατώ ό,τι κι αν κάνω και θα σου έρχομαι.
-Την ευχή μου. λέει κι η μάνα και το κορίτσι φεύγει. 
 Περνάει ο καιρός και ζητάνε και τη δεύτερη κόρη σε γάμο μ’ένα παλικάρι που ήτανε και το δικό του χωριό μακριά. 
-Μη στεναχωριέσαι, μανούλα μου, λέει κι αυτή. Όταν υπάρχει ανάγκη εγώ θα έρχομαι πάντα. Ησύχασε πάλι η μάνα κι έδωσε την ευχή της και στην άλλη της κόρη. 
 Μα ύστερα από κάμποσο καιρό ήρθε κι η σειρά του παλικαριού. 
-Μάνα», λέει κι ο γιος, εδώ στο χωριό δουλειές δεν έχει. Να φύγω πρέπει για την πόλη, να προσπαθήσω εκεί να βρω καλύτερη τύχη. 
Η μόνα η καημένη ούτε που ήθελε να ακούσει τέτοιο πράγμα. 
-Αχ, παιδί μου! Πού θα μας αφήσεις εμένα και την αδερφή σου τη μικρή; Και πώς θα αφήσεις τον τόπο σου; Ένα κομμάτι ψωμί το βγάζουμε κι εδώ με άνεση και καλά να είμαστε, να έχουμε την υγειά μας. Άμα μου φύγεις κι εσύ, εγώ η έρημη ποιον θα έχω για στήριγμα; 
-Μη σκας, μάνα, και την πήρα την απόφαση μου! Κι έπειτα δεν είναι τόσο μακριά η πολιτεία! Άμα μου μηνύσεις πως συντρέχει λόγος σοβαρός, εγώ αμέσως θα τρέξω! Θα σε φροντίσω, μάνα, όπως με φρόντιζες κι εσύ τόσα χρόνια. Μη στεναχωριέσαι. 
 Έτσι έφυγε κι ο γιος κι έμεινε η μάνα με τη μικρή κόρη. Ένα πονετικό κορίτσι που φρόντιζε στοργικά τη μητέρα της κι όταν ήρθε ο καιρός να παντρευτεί διάλεξε ένα παλικάρι που το σπίτι του ήταν στο χωριό για να μπορεί να φροντίζει και τη μάνα της όποτε τη χρειαζόταν.
 Κύλησαν τα χρόνια κι η μάνα γέρασε και δύσκολα τα έφερνε βόλτα μοναχή της. Άνοιξη ήτανε και θέλησε να βάλει πλύση στα χαλιά και στα σκουτιά του σπιτιού, δουλειά δύσκολη γιατί έπρεπε να κατέβει να τα πλύνει στο ποτάμι. Έστειλε τότε να φωνάξουν τη μεγάλη κόρη, που ήταν γυναίκα δυνατή, να τη βοηθήσει. Μα αυτός που πήγε το μήνυμα γύρισε με τούτη την απάντηση: 
-Να πεις της μάνας δεν αδειάζω τώρα. Πλένω κι εγώ κι άμα τελειώσω και μπορέσω. 
Πικράθηκε η γριούλα σαν άκουσε τα λόγια της κόρης. 
-Ε,,και δε μένει με τη σκάφη της αφού την αγαπάει πιότερο. είπε. 
Τότε γύρισε η σκάφη και κόλλησε στην πλάτη της κοπέλας κι άλλαξε αυτή και γίνηκε… η χελώνα!
 Στέλνει τότε και στη δεύτερη κόρη μήνυμα η γριά για βοήθεια. 
-Ουφ! κάνει κι αυτή. Τώρα έχω το υφαντό στη μέση. Να υφάνω το πανί μου, να τελειώσω τη δουλειά μου και βλέπουμε. 
-Καλά… είπε η μάνα πάλι, ας μείνει με το υφαντό της όσο θέλει τότε. 
Μα πιάστηκαν πάλι τα λόγια της κι η κοπέλα άλλαξε και γίνηκε… αράχνη, κι από τότε πραγματικά όλο υφαίνει τον ιστό της κι όλο της τον χαλάνε.
 Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο χειμώνας και άρχισε βαρύς, κι η γριούλα δεν τα έβγαζε πέρα. Φώναξε το γιο της. 
-Έλα, γιε μου», του μήνυσε. Ξύλα έχω για κόψιμο, το σπίτι θέλει επισκευές για να βγάλω το χειμώνα». Αλλά ήρθε το μήνυμα ακόμα πιο  σκληρό: 
-Πού να      τρέχω εγώ τώρα στο χωριό. Πνίγομαι στη δουλειά. Τώρα άρχισα το φράχτη γύρω από το σπίτι, μέχρι να τελειώσω… Ας πάρει κάποιον από το χωριό να τη βοηθήσει. 
Όταν τ’άκουσε η μάνα όλα αυτά δάκρυσε.
-Ε! είπε μοναχά, αφού αγαπά το φράχτη του πιότερο από τη μάνα του! Κι εκεί που μαστόρευε ο γιος, άλλαξε ξαφνικά και τα παλούκια του φράχτη γίνηκαν αγκάθια και κόλλησαν στην πλάτη του και γίνηκε… σκαντζόχοιρος!
 Αποκούμπι της έμεινε η κόρη η μικρή. Γλυκιά και στοργική και πονετική πάντα, φρόντιζε τη μάνα της ως τα βαθιά της γεράματα. Και μια ημέρα που η μάνα έστειλε τη γειτόνισσα να τη φωνάξει βιαστικά, έτρεξε η κόρη με το αλεύρι ακόμα στα χέρια της καθώς έφτιαχνε πίτα… -Κορούλα μου! είπε η μάνα, πάντα έτσι με γλυκά πράγματα να καταπιάνεσαι και να σε αγαπούν οι άνθρωποι και να σε τιμούν για τα καλά που φέρνεις! Ακούστηκε τότε της μάνας η ευχή κι άλλαξε και η μικρή κόρη κι έγινε… μέλισσα.
Από τότε η γνωστή σε όλους μας μέλισσα θεωρείται ευλογημένη. Από τη μέλισσα παίρνουμε το μέλι, αυτό το χρυσαφένιο, εύγεστο, θεραπευτικό και με αντισηπτικές ιδιότητες προϊόν και κάνουμε και τα φυσικά κεριά με κερί μέλισσας για την ευχαριστία μας προς τον Θεό.



Source link